επανίσωσις

ἐπανίσωσις, η (Α)
1. ίσιωμα, το να καθιστά κανείς κάτι ίσιο, ευθύ
2. εξίσωση, το να καθιστά κανείς κάτι ίσο με άλλο
3. η επαναφορά στην κανονική θέση, στη μεσότητα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπανισώσεις — ἐπανίσωσις making equal fem nom/voc pl (attic epic) ἐπανίσωσις making equal fem nom/acc pl (attic) ἐπανισόω make equal aor subj act 2nd sg (epic) ἐπανισόω make equal fut ind act 2nd sg ἐπανισόω make equal aor subj act 2nd sg (epic) ἐπανισόω make… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπανίσωσιν — ἐπανίσωσις making equal fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπανισώσεως — ἐπανισώσεω̆ς , ἐπανίσωσις making equal fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπανισώσῃ — ἐπανισώσηι , ἐπανίσωσις making equal fem dat sg (epic) ἐπανισόω make equal aor subj mid 2nd sg ἐπανισόω make equal aor subj act 3rd sg ἐπανισόω make equal fut ind mid 2nd sg ἐπανισόω make equal aor subj mid 2nd sg ἐπανισόω make equal aor subj act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.